Παρασκευή, 17 Σεπτεμβρίου 2010

Η διάσωση της Ελλάδας: Το μεγάλο ζήτημα !

By Jane Monahan

Σύμφωνα με τον κ. Domenico Lombardi, ανώτερο στέλεχος του Brookings Institute της Ουάσιγκτον και πρώην μέλος του Δ.Σ. του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, η ανάμιξη του Ταμείου στη σωτηρία της Ελλάδας -η μεγαλύτερη πρόκληση και ευθύνη που αυτό ανέλαβε τα τελευταία περισσότερα από 10 χρόνια- ήταν απολύτως απαραίτητη.

Το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, ο μηχανισμός επίβλεψης της ίδιας της ευρωζώνης, υποτίθεται ότι θα εξασφάλιζε τη δημοσιονομική πειθαρχία σε χώρες οι οποίες έχουν για νόμισμά τους το ευρώ. Ωστόσο, ο μηχανισμός δεν λειτούργησε, καθώς οι διαδικασίες πίεσης εκ μέρους των άλλων αδράνησαν, λέει ο κ. Lombardi, προσθέτοντας ότι «πραγματικά χάθηκε κάθε αξιοπιστία».

Ο κ. Lombardi υπογραμμίζει πως «η Ευρώπη δεν είχε κάποια πρόσφατη εμπειρία διαχείρισης κρίσεων, αλλά το ΔΝΤ είναι σε θέση να προσφέρει την τεχνολογία, το ανθρώπινο κεφάλαιο και την τεχνική εξειδίκευση για να αντιμετωπιστούν τέτοιου είδους κρίσεις. Στο κάτω-κάτω», λέει, «αυτή είναι η δουλειά την οποία το ΔΝΤ φτιάχτηκε για να κάνει».

Κρίσιμη άποψη

Στο άλλο άκρο, ο κ. Ousmene Mandeng, υψηλόβαθμο στέλεχος παροχής συμβουλών στην Ashmore, η οποία ειδικεύεται στις αναδυόμενες αγορές, ασκεί σφοδρή κριτική για την παρέμβαση του ΔΝΤ στην ελληνική κρίση. Πιστεύει ότι ο θεσμικός ρόλος του ΔΝΤ στο χρηματοοικονομικό σύστημα είναι αυτός του «τελευταίου καταφυγίου» και πως θα πρέπει να αναμιγνύεται μόνο όταν μια χώρα αδυνατεί να συγκεντρώσει κεφάλαια από το εξωτερικό. «Δεν συνέβη κάτι τέτοιο στην περίπτωση της Ελλάδας», λέει ο ίδιος. «Η Ελλάδα είναι ένα δημοσιονομικό πρόβλημα. Είναι μέλος της ευρωζώνης και η ευρωζώνη έχει σίγουρα αρκετούς πόρους για να το λύσει μόνη της».

Επιπλέον, τόσο ο κ. Mandeng όσο και ο κ. Chowla, programme manager του Bretton Woods Project, του μη κυβερνητικού οργανισμού με έδρα το Λονδίνο, ο οποίος παρακολουθεί το ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα, εκτιμούν ότι υπάρχουν σημαντικά θέματα που ανακύπτουν από τη δράση του ΔΝΤ. «Στον βαθμό αυτόν, με το ΔΝΤ να δανείζει 3.200% άνω του ποσού δανείου που αναλογεί στην Ελλάδα, δεν μπορούν να υποστηριχτούν πολλές χώρες και ειδικά οι μεγάλες ανερχόμενες οικονομίες. Οπότε αυτό θέτει όντως θέμα καθορισμού της τιμής», λέει ο κ. Mandeng.

Αποκρούοντας την κριτική, ο κ. Paul Thomsen, ο Δανός επικεφαλής του ευρωπαϊκού τμήματος του ΔΝΤ και υπεύθυνος της διαπραγματευτικής ομάδας του Ταμείου στην Αθήνα, επισημαίνει: «Υπάρχει η αιχμή ότι κάναμε κάτι ιδιαίτερο για την Ευρώπη. Εγώ δεν το βλέπω έτσι. Η αλήθεια είναι ότι δεν ήμασταν αντιμέτωποι με την κλασική περίπτωση αναδυόμενης αγοράς, όπου το ενδεχόμενο διάχυσης είναι περιορισμένο. Εδώ είμαστε εντός της ζώνης του ευρώ, όπου υπάρχουν πιθανότητες γρήγορης και σημαντικής διάχυσης του προβλήματος και σε άλλες προηγμένες χώρες της Ευρώπης και του κόσμου -συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ-, με πιθανές σημαντικές επιπλοκές για την εκεί ανάπτυξη και την απασχόληση. Το διακύβευμα ήταν τόσο μεγάλο ώστε να καθιστά οπωσδήποτε δικαιολογημένο το εύρος της παρέμβασής μας».

Ο κ. Thomsen λέει ότι το μέγεθος της επιχείρησης ήταν μερικώς μια αντανάκλαση του βάθους του ελληνικού προβλήματος (δημοσιονομικό έλλειμμα στο 13,6%, δημόσιο χρέος στο 115% του ΑΕΠ, έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών για το 2009 στο 11% του ΑΕΠ) και μερικώς οφείλεται στις επί σειρά ετών φτωχές επιδόσεις των Αρχών σε ό,τι αφορά την εφαρμογή της πολιτικής - πεδίο στο οποίο εστίασαν οι χρηματοοικονομικές αγορές. Το πρόβλημα της Ελλάδας γρήγορα έγινε περιφερειακό πρόβλημα, καθώς η πρόσβαση της χώρας στις αγορές σύντομα σταμάτησε και τα spreads του κρατικού χρέους γρήγορα πήραν την ανιούσα. Όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε άλλες χώρες της ευρωζώνης και στις ΗΠΑ.

«Διαπιστώσαμε σε σύντομο χρονικό διάστημα ότι έπρεπε να δώσουμε στον ελληνικό λαό το χρονικό περιθώριο να δείξει θετικά σημάδια σε ό,τι αφορά την εφαρμογή της απαιτούμενης πολιτικής πριν τον αφήσουμε ξανά στο έλεος των αγορών. Για τον λόγο αυτόν θέσαμε την Ελλάδα εκτός αγορών για δύο περίπου χρόνια - τέτοιο είναι το μέγεθος του πακέτου», λέει ο κ. Thomsen.

Δύσκολος στόχος

Για να επιτύχει όμως το σχέδιο διάσωσης...

και να αποφύγει η Ελλάδα τη χρεοκοπία θα πρέπει να επιτευχθεί μία από τις μεγαλύτερες και ταχύτερες μειώσεις δημοσιονομικού ελλείμματος (11% σε τρία μόνο χρόνια), ενώ ο στόχος είναι το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης να οδηγηθεί σε επίπεδα κάτω του 3% του ΑΕΠ έως το 2014.

Η δημοσιονομική προσαρμογή είναι όμως δύσκολη και για έναν επιπλέον λόγο: η Ελλάδα ως μέλος της ευρωζώνης δεν έχει την εξουσία να υποτιμήσει το νόμισμά της ή να χαλαρώσει τη νομισματική της πολιτική. Αντίθετα, όπως συμβαίνει και με χώρες της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης που δεν θέλουν να υποτιμήσουν το νόμισμά τους μήπως κάτι τέτοιο καθυστερήσει την προγραμματισμένη ένταξή τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η μόνη εναλλακτική δημοσιονομικής προσαρμογής είναι η σταθεροποίηση της οικονομίας μέσω «εσωτερικής υποτίμησης». Αυτό μεταφράζεται σε συρρίκνωση της οικονομίας μέσω περικοπής των δημόσιων δαπανών. Η συλλογιστική αυτή στηρίζεται στην ελπίδα ότι η πτώση των μισθών και των συντάξεων θα είναι αρκετή για να οδηγήσει τη χώρα εκτός της στενωπού του χρέους.

Ο κ. Thomsen, που περιγράφει το ελληνικό πρόγραμμα ως «όσο πιο φιλόδοξο μπορεί να είναι ένα πρόγραμμα του ΔΝΤ», λέει ότι η χώρα ωφελήθηκε από «όλα αυτά τα δύσκολα μέτρα» που εγκρίθηκαν από την κυβέρνηση και το Κοινοβούλιο πριν ξεκινήσουν οι πληρωμές των δόσεων. Επισημαίνει ότι προηγούμενες ενέργειες που αναλήφθηκαν από τις ελληνικές αρχές περιελάμβαναν την περικοπή των δώρων των Χριστουγέννων, του Πάσχα και των διακοπών σε όλους τους εργαζομένους στον δημόσιο τομέα, εκτός των φτωχότερων, οι οποίοι έλαβαν κάποιο ποσό ως αποζημίωση, την αύξηση της φορολογίας μέσω της αύξησης του ΦΠΑ και τη διεύρυνση της βάσης του τελευταίου.

Στο μεταξύ, η μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού προγράμματος, η οποία, όπως τονίζει, είναι εξαιρετικά σημαντική για τη μακροπρόθεσμη ευρωστία των δημόσιων οικονομικών της Ελλάδας, θα τεθεί σε ισχύ το επόμενο έτος. «Υπολογίζουμε ότι αν το συνταξιοδοτικό σύστημα δεν μεταρρυθμιστεί, ανάμεσα στο 2009 και το 2060 τα συνταξιοδοτικά κόστη θα αυξηθούν κατά 12,5% του ΑΕΠ. Με τη μεταρρύθμιση θα αυξηθούν κατά 2,5% του ΑΕΠ - κάτι που αποτελεί και την ευρωπαϊκή νόρμα

Δεν υπάρχουν σχόλια: