Δευτέρα, 29 Νοεμβρίου 2010

Η Ευρώπη βαδίζει προς το... αδιανόητο: δημοσιονομική ένωση ή διάσπαση


By Wolfgang Münchau*
Ένας ανταποκριτής που εκτιμώ με προκάλεσε την προηγούμενη εβδομάδα. Είναι εύκολο να επικρίνεις τις ευρωπαϊκές κυβέρνησης, έγραψε. Αλλά μήπως να διατυπώσεις πιο εποικοδομητικές συμβουλές?

Εντάξει, οι προτάσεις που θα αναφέρω παρακάτω θα έλυναν το πρόβλημα, όμως οι πιθανότητες είναι ότι δεν θα σου αρέσουν.

Πρώτον: Θα προτιμούσα την άμεση αναδιάρθρωση χρεών για την Ελλάδα, την Ιρλανδία και την Πορτογαλία - είναι οι τρεις χώρες με τη δυσμενέστερη τροχιά μη διατηρήσιμων χρεών. Η αναδιάρθρωση θα πρέπει να περιλαμβάνει haircut, swap ομολόγων με μετοχές ή άλλα σχήματα. Αυτό που έχει σημασία είναι πως το παθητικό του δημόσιου τομέα θα μειωθεί σε βιώσιμο επίπεδο.

Η κίνηση αυτή μεμονωμένα δεν είναι λύση. Αντιθέτως, οι αγορές θα πάγωναν εντελώς. Οι επενδυτές γρήγορα θα κατέληγαν στο συμπέρασμα ότι όλο το ευρωπαϊκό χρέος -εκτός του γερμανικού- θα ήταν ανασφαλές.

Για να πετύχει το σχέδιο χρειάζονται δύο ακόμη βήματα: 
Πρώτον, πρέπει να βρεθεί ένας τρόπος να διαχωριστεί το κρατικό χρέος από το χρέος του χρηματοοικονομικού κλάδου. Θα άλλαζα τον βασικό στόχο του ευρωπαϊκού μηχανισμού χρηματοοικονομικής σταθερότητας, του ταμείου κρατικής στήριξης, και θα του έδινα τη δικαιοδοσία να προχωρά σε αναδιάρθρωση και σε μείωση του μεγέθους του τραπεζικού κλάδου. Ο τραπεζικός χώρος δεν πρέπει να απασχολεί τα κράτη-μέλη. 

Αυτό θα ήρε σε κάποιον βαθμό τις πιέσεις στους κρατικούς τίτλους, αλλά και πάλι δεν θα έλυνε το πρόβλημα. Για να γίνει αυτό χρειάζεται όλα τα εκκρεμή κρατικά ομόλογα, ισχύοντα και νέα, να μετατραπούν σε ένα κοινό ευρωπαϊκό ομόλογο.
Δεδομένου ότι η ύπαρξη ενός ενιαίου ομολόγου συνιστά τον πυρήνα της δημοσιονομικής ένωσης, απαιτούνται και οι απαραίτητες θεσμικές μεταρρυθμίσεις. Χρειάζεται, βεβαίως, ένα ευρωπαϊκό υπουργείο Οικονομικών, πολλοί κανόνες και δημοκρατικός έλεγχος. Αυτό που προτείνω είναι αλλαγή του καθεστώτος. Θα πρέπει αδιαμφισβήτητα να υπάρξει νέα ευρωπαϊκή συνθήκη. Θα έλυνε πράγματι την κρίση. Και θα τερμάτιζε κάθε κερδοσκοπική κίνηση εναντίον του ευρώ.


Εν τω μεταξύ, επιστρέφοντας στην πραγματικότητα, πρέπει να σας διαβεβαιώσω ότι οι προτάσεις μου δεν έχουν καμία πιθανότητα υλοποίησης. Κατ’ αρχάς, δεν θα το επέτρεπε η Γερμανίδα καγκελάριος κ. Angela Merkel. Το γερμανικό συνταγματικό δικαστήριο επίσης δεν θα το επέτρεπε. Ακόμη και εάν υπήρχε πολιτική συμφωνία, η προτεινόμενη αλλαγή της συνθήκης πιθανότατα θα καταψηφιζόταν στα σχετικά δημοψηφίσματα. Και τα κράτη-μέλη ποτέ δεν θα επέτρεπαν να παραδώσουν τον έλεγχο του τραπεζικού τους κλάδου.

Ας διατυπώσω λοιπόν και ορισμένες ρεαλιστικές προτάσεις. Νομίζω ότι έχουμε φτάσει πλέον σε τέτοιο σημείο ώστε οι εφαρμόσιμες προτάσεις να μην λύνουν το πρόβλημα. Εάν μπορούσαμε να γυρίσουμε τον χρόνο πίσω, θα είχαμε τη δυνατότητα να δημιουργήσουμε ένα σύστημα που να στηρίζεται στον συντονισμό της πολιτικής. Θα μπορούσαμε να έχουμε ένα αξιόπιστο σύστημα κρατικής στήριξης, χρεοκοπιών και εξόδου από την ευρωζώνη. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, όμως, επέλεξε να μη δράσει κατά τη δεκαετία της ευημερίας του ευρώ. Όσο όμως καθυστερεί η λύση, τόσο πιο δραστική πρέπει να είναι. 

Σήμερα η ευρωζώνη πρέπει να χειριστεί μία ταυτόχρονη και διαδραστική κρατική και χρηματοοικονομική κρίση. Η δραστική φύση των προτάσεων που διατυπώνω απλώς αντανακλά την κατάσταση στην οποία έχουμε περιέλθει.

Τι θα συμβεί λοιπόν? Η ευρωζώνη έχει πλέον μόνο μία στρατηγική: τη στήριξη. Ο κ. Axel Weber, ο πρόεδρος της Bundesbank, την προηγούμενη εβδομάδα προέβη σε κάποια αποκαλυπτικά σχόλια ως προς τα αριθμητικά στοιχεία της κρίσης. Δήλωσε ότι τα διάφορα ταμεία στήριξης ανέρχονται συνολικά στα 925 δισ. ευρώ. Ο μέγιστος πιθανός χρηματοοικονομικός κίνδυνος της ευρωζώνης είναι στα 1.070 δισ. ευρώ, που σημαίνει ότι υπάρχει ένα μικρό κενό της τάξεως των 145 δισ. ευρώ. Ο υπαινιγμός αφορά στο ότι η ευρωζώνη θα έβρισκε με κάποιον τρόπο αυτό το μικροποσό ώστε να αντιμετωπίσει ακόμη και το δυσμενέστερο σενάριο.

Αυτό είναι ένα τυπικό δείγμα εφησυχασμού στον τρόπο με τον οποίο οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι προσεγγίζουν την κρίση. Πώς μπορούμε να είμαστε τόσο σίγουροι για τη μέγιστη ζημία; Κατά την προηγούμενη εβδομάδα, κάθε ημέρα οι αγορές καταλάμβαναν και μία ακόμη χώρα. Την Παρασκευή ήταν η σειρά της Ισπανίας. Ποιος ξέρει, ίσως αυτήν την εβδομάδα να κινηθούν εναντίον της Ιταλίας και του Βελγίου.

Υπάρχουν και άλλες ωρολογιακές βόμβες. Η κ. Merkel και ο κ. Sarkozy, ο Πρόεδρος της Γαλλίας, την προηγούμενη εβδομάδα έθεσαν τους νέους κανόνες του μηχανισμού στήριξης, ώστε να περιλαμβάνονται ρήτρες συλλογικής δράσης στα συμβόλαια των κρατικών ομολόγων. Δεν θα εκπλαγώ εάν τουλάχιστον ένα κράτος-μέλος δεν απορρίψει το γαλλογερμανικό φιρμάνι. Δεν μπορεί να φανταστώ, επί παραδείγματι, πώς η Ισπανία ή η Ιταλία θα μπορούσαν να το στηρίξουν. Για να χρησιμοποιήσω μία εποχική αναλογία, θα ήταν σαν να ψήφιζαν οι γαλοπούλες για τα Χριστούγεννα. 

Ένας ακόμη κίνδυνος θα μπορούσε να είναι ο διορισμός ενός άγνωστου τεχνοκράτη στο τιμόνι της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, στη διαδοχή του κ. Jean-Claude Trichet το επόμενο φθινόπωρο. Καθώς ο κ. Weber εντέχνως θέτει εαυτόν εκτός της συγκεκριμένης διεκδίκησης, υπάρχει ο κίνδυνος  η Ε.Ε. να επιλέξει και πάλι έναν λιγότερο γνωστό υποψήφιο, όπως ο κ. Herman Van Rompuy, ο οποίος κατά το πρώτο έτος της προεδρίας του στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο απέτυχε να δημιουργήσει ηγετικό προφίλ εν μέσω κρίσης.

Ένας ακόμη πιο άμεσος κίνδυνος θα ήταν πιθανή μη συντονισμένη απόφαση να εξαλειφθούν οι κάτοχοι ομολόγων των ιρλανδικών τραπεζών. Εάν συμβεί κάτι τέτοιο, τότε τα premium κινδύνου των κρατικών ευρωπαϊκών τίτλων θα εκτοξευτούν σε δυσθεώρητα ύψη. Γι' αυτόν το λόγο, προτείνω τον διαχωρισμό του τραπεζικού κινδύνου από τον κρατικό κίνδυνο και την αντιμετώπιση του δημόσιου χρέους. Νομίζω ότι η εμπλοκή των ιδιωτών επενδυτών στην κρατική στήριξη είναι μία καλή ιδέα. Όμως, δεν μπορεί να δώσει από μόνη της τη λύση.

Η ευρωζώνη βρίσκεται σε ένα σημείο όπου πρέπει να επιλέξει μεταξύ δύο προτάσεων τις οποίες θεωρεί αδιανόητες: τη δημοσιονομική ένωση ή τη διάσπαση. Σε αντίθετη περίπτωση, οι επιπτώσεις θα είναι αδιανόητες.

* O κ. Wolfgang Münchau είναι αρθρογράφος των "Financial Times".



Copyright The Financial Times Ltd. All rights reserved.

Δεν υπάρχουν σχόλια: